Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ (1869 – 1882)

Μετοχή της Εταιρείας της Διώρυγας του Σουέζ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΥΡΕΛΟΣ: ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ (1869 – 1882)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΥΡΕΛΟΣ

«Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι συμπτωματική»

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ (1869 – 1882)

Μετοχή της Εταιρείας της Διώρυγας του Σουέζ
Μετοχή της Εταιρείας της Διώρυγας του Σουέζ
Στις 17 Νοεμβρίου 1869, έλαβαν χώρα, με εκθαμβωτική λαμπρότητα, τα εγκαίνια της Διώρυγας του Σουέζ. Τα έργα κατασκευής είχαν ξεκινήσει από το 1854. Δυο χρόνια αργότερα, το 1856, συστάθηκε η Εταιρία της Διώρυγας, στην οποία οι αρχές της Αιγύπτου εκχώρησαν το δικαίωμα αποκλειστικής εκμετάλλευσης για μια περίοδο 99 ετών, αρχής γενομένης από την έναρξη λειτουργίας. Το έργο ήταν εντυπωσιακό για τα δεδομένα της εποχής. Από την πρώτη κιόλας στιγμή αναδείχθηκε ανάγλυφα η ύψιστη στρατηγική του σημασία. Η διάρκεια της διαδρομής ανάμεσα στους λιμένες του Σαουθάμπτον και της Βομβάης μειώθηκε κατά το ένα τρίτο, καθώς δεν ήταν αναγκαίος, πλέον, ο περίπλους της Αφρικής. Το νέο δρομολόγιο δεν ήταν μόνο συντομότερο. Ήταν και ευκολότερα προστατεύσιμο.
Η τελετή των εγκαινίων της Διώρυγας του Σουέζ
Η τελετή των εγκαινίων της Διώρυγας του Σουέζ  
Η επισημότητα των εγκαινίων ερχόταν σε ευθεία αντιδιαστολή με την γενικότερη κατάσταση της χώρας. Την εποχή εκείνη, η  Αίγυπτος ήταν μια αυτόνομη επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υπό την υψηλή επικυριαρχία του Σουλτάνου, στον οποίο ήταν υποτελής φόρου.   Για τα θέματα, που άπτονταν του τομέα των διεθνών σχέσεων, ήταν εξαρτώμενη από την Υψηλή Πύλη. Την εξουσία ασκούσε, με τρόπο κληρονομικό, μια εγχώρια δυναστεία, ιδρυτής της οποίας υπήρξε ο γεννηθείς στην Καβάλα Μωχάμετ  Άλι. Έχοντας κληροδοτήσει στους διαδόχους του  Σαΐντ και Ισμαήλ ένα φιλόδοξο, απαραίτητο, ωστόσο, πρόγραμμα εκσυγχρονισμού, η Αίγυπτος εισήλθε, από τα μέσα του 19ου αιώνα, σε μια διαδικασία μετάλλαξης, στον τομέα, κυρίως, των κατασκευαστικών έργων (δημιουργία σιδηροδρομικού δικτύου, αναβάθμιση των λιμενικών εγκαταστάσεων της Αλεξάνδρειας, αρδευτικό σύστημα κατά μήκος του Νείλου, ανέγερση πολυτελούς ανακτόρου και όπερας, καθ ομοίωση εκείνης του Παρισιού, και, υπεράνω όλων, διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ).  Την όλη εικόνα ήρθε να συμπληρώσει η διενέργεια, την ίδια ακριβώς εποχή,  του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου, άμεση συνέπεια  της οποίας υπήρξε η θεαματική άνοδος της εξαγωγής του  αιγυπτιακού βαμβακιού, εξαιτίας της διακοπής της αντίστοιχης  παραγωγής των ΗΠΑ.  Δυστυχώς για τη χώρα, η ευφορία αυτή αποδείχθηκε πλασματική και εφήμερης διάρκειας. Η εφαρμογή του προγράμματος εκσυγχρονισμού δημιούργησε ένα δυσβάστακτο χρέος, το οποίο, με τη σειρά του, οδήγησε την Αίγυπτο σε πτώχευση. Ταυτόχρονα, η κατακόρυφη, ελέω Σουέζ, αύξηση της γεωπολιτικής σημασίας της χώρας, διέγειρε την προσοχή των αδιάφορων, έως τότε, Μεγάλων Δυνάμεων. Ο συνδυασμός των δυο παραπάνω παραμέτρων έμελλε να αποβεί μοιραίος.

   Α. Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ


Επί μια δεκαετία τουλάχιστον, η Αίγυπτος ζούσε υπεράνω των δυνατοτήτων της. Ο Χεδίβης  (αντιβασιλέας) Ισμαήλ, δεν είχε άλλη επιλογή από το να προσφύγει σε εξωτερικό δανεισμό.  Ισραηλίτες οικονομικοί παράγοντες (Frühling και Oppenheim) προσέτρεξαν να προσφέρουν, κάτω από φαινομενικά συμφέροντες όρους, τα χρήματα Ευρωπαίων μετόχων. Το 1870, η κρίση προσέλαβε επικίνδυνες διαστάσεις. Σε αυτό συνέβαλαν η ήττα της Γαλλίας από την Πρωσία (η γαλλική κεφαλαιαγορά ερχόταν σε προτεραιότητα για τη σύναψη δανείων) όπως και ο τερματισμός του αμερικανικού εμφυλίου, που έθεσε τέλος στους υψηλούς ρυθμούς εξαγωγής του αιγυπτιακού βαμβακιού. Η προσφυγή σε δανεισμό προσέλαβε ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις. Οι γαλλικές παροικίες του Καΐρου και της Αλεξάνδρειας προσφέρθηκαν για μικρά ποσά, με λογικά επιτόκια. Τα μεγαλύτερα δάνεια συνάφθηκαν στο χρηματιστήριο του Λονδίνου. Η κατάσταση εκτροχιάστηκε γρήγορα, καθώς το Δημόσιο Χρέος αυξανόταν με γεωμετρική πρόοδο: 38.736.000 αγγλικές λίρες το 1870, 47.701.000 το 1871, τη στιγμή που ο ετήσιος προϋπολογισμός της χώρας ήταν της τάξεως των 7.300.000 μόνο . Ως εκ τούτου, η μισθοδοσία στον δημόσιο τομέα και στο στράτευμα διεκπεραιώνονταν με μεγάλη καθυστέρηση. Το 1873, ο Χεδίβης αναγκάστηκε να προσφύγει εκ νέου σε εξωτερική βοήθεια. Παρίσι, Λονδίνο και Βρυξέλλες κώφευσαν στις εκκλήσεις του. Ο μόνος που ανταποκρίθηκε ήταν ο οίκος Oppenheim, ο οποίος, εκμεταλλευόμενος τη δεινή κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει ο δανειολήπτης, επέβαλλε όρους, που έκαναν τον τελευταίο να ασφυκτιά: σε σύνολο 32 εκατομ. λιρών Αγγλίας, παρακρατήθηκαν άνω των 11 εκατομ., ως ρήτρα κινδύνου, ενώ από τα υπόλοιπα 21, μόνο τα 17 έφθασαν τελικά στον προορισμό τους, δίχως οι αιγυπτιακές αρχές να πληροφορηθούν ποτέ τι απέγινε η διαφορά. Τη χαριστική βολή κατάφερε  η οθωμανική πτώχευση του 1874, και ο πανικός που προκλήθηκε στα διεθνή χρηματιστήρια. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Ισμαήλ προσέτρεξε σε μια απονενοημένη ενέργεια: την πώληση των 177.000 μετοχών, τις οποίες διέθετε, τιμής ένεκεν, στην Εταιρεία της Διώρυγας του Σουέζ.
Benjamin Disraeli (1804-1881)
Benjamin Disraeli (1804-1881)
Η γαλλική Société Générale, πρώτος αποδέκτης των βολιδοσκοπήσεων, ανταποκρίθηκε, απαιτώντας, ωστόσο, δρακόντειους όρους. Εντούτοις, ο Χεδίβης ήταν έτοιμος να τους αποδεχθεί, όταν εισέβαλε, αιφνίδια, στο προσκήνιο ο Benjamin Disraeli. Η παρέμβαση του Βρετανού πρωθυπουργού υπαγορευόταν από πολιτικά κριτήρια. Η χώρα του αντιλήφθηκε, με κάποια καθυστέρηση, την ύψιστη στρατηγική σημασία της Διώρυγας, διαπιστώνοντας πως τα 3/5 των πλοίων που τη διέσχιζαν έφεραν τη βρετανική σημαία. Η προστασία των θαλασσίων επικοινωνιών ανάμεσα στο Μητροπολιτικό έδαφος και τον πνεύμονα της Αυτοκρατορίας, την Ινδία, αποτελούσε ανέκαθεν τον ακρογωνιαίο λίθο  του βρετανικού συστήματος ασφάλειας. Αρκούσε ο έλεγχος ορισμένων στρατηγικών θέσεων. Η Μεγάλη Βρετανία έλεγχε ήδη το Γιβραλτάρ, τη Μάλτα και το Άντεν, στην έξοδο της Ερυθράς Θάλασσας προς τον Ινδικό Ωκεανό. Ο Disraeli, στα πράγματα λίγους μήνες, μόλις, νωρίτερα και ένθερμος θιασώτης της αποικιακής πολιτικής, έκρινε πως η αγορά των μετοχών του Χεδίβη αποτελούσε ανεπανάληπτη ευκαιρία, καθώς ισοδυναμούσε με επιπλέον θέσεις στο διοικητικό συμβούλιο της Εταιρείας της Διώρυγας.
, Lionel Nathan de Rothschild (1808–1879
Lionel Nathan de Rothschild (1808–1879
Για το σκοπό αυτό,  απευθύνθηκε προς τον ομόθρησκο και προσωπικό του φίλο, τον βαρόνο Lionel de Rothchild, εξασφαλίζοντας ιδιωτική και όχι κρατική (μέσω της Τράπεζας της Αγγλίας) χρηματοδότηση, μακρυά από δημόσιο έλεγχο, καθώς την ίδια στιγμή είχαν διακοπεί προσωρινά οι εργασίες της Βουλής των Κοινοτήτων. Το επιχείρημα, προκειμένου να αντικρουσθούν τυχόν μελλοντικές επικρίσεις ήταν έτοιμο: το μεγάλο πολιτικό διακύβευμα. Η όλη επιχείρηση διήρκεσε δέκα μόλις ημέρες και υπήρξε  επικερδής από κάθε άποψη. Οι Βρετανοί ενίσχυσαν την παρουσία τους στη διοίκηση της Διώρυγας, κατέχοντας το 44% των μετοχών. Ο οίκος Rothchild, διαθέτοντας το ποσό των 3.796.000 λιρών για την αγορά 176.602 μετοχών ονομαστικής αξίας 88 εκατομμυρίων, θα εισέπραττε έως το έτος 1932 μερίσματα αξίας 43 εκατομμυρίων. Πρόκειται για την αποθέωση της τοκογλυφίας. Ο μόνος χαμένος ήταν ο ίδιος ο Ισμαήλ, καθώς το ποσό που εισέπραξε, ήταν, στην πραγματικότητα, σταγόνα στον ωκεανό του αιγυπτιακού Δημοσίου Χρέους. Η οικτρή κατάσταση, τον ανάγκασε να ζητήσει από τη Μεγ. Βρετανία την αποστολή ενός εμπειρογνώμονα, προκειμένου να βάλει τάξη στα οικονομικά. Αντ΄ αυτού, η κυβέρνηση του Λονδίνου έσπευσε να στείλει στο Κάϊρο μια επιτροπή ελέγχου.
Πρόκειται για την απαρχή της διεθνούς παρέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις της Αιγύπτου.

Β. Ο ΓΑΛΛΟ-ΒΡΕΤΑΝΙΚΟΣ ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΟΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ

Sir Evelyn Baring (1841-1917)
Sir Evelyn Baring (1841-1917)
 Η άφιξη της επιτροπής ελέγχου δεν κατάφερε, τελικά, να αποτρέψει τη χρεωκοπία, η οποία έλαβε χώρα το 1876. Τον Νοέμβριο του ιδίου έτους, σε μια προσπάθεια διάσωσης των δανειστών, οι κυβερνήσεις του Λονδίνου και του Παρισιού έθεσαν από κοινού την Αίγυπτο υπό καθεστώς οικονομικού πτωχευτικού συμβιβασμού. Πρόκειται για έναν ιδιαίτερα μετριοπαθή όρο, καθώς οι δυο χώρες επέβαλλαν, ουσιαστικά, καθεστώς οικονομικής συγκυριαρχίας.  Άξονας του όλου συστήματος υπήρξε η σύσταση ενός Ταμείου Δημοσίου Χρέους, επικεφαλής του οποίου τοποθετήθηκαν ένας Βρετανός και ένας Γάλλος ελεγκτές, ο πρώτος για τα έσοδα και ο δεύτερος για τις δαπάνες. Ένα τεράστιο μέρος των κρατικών εσόδων (άνω του 50%) προορίστηκε για την αποπληρωμή του χρέους. Τη διαχείριση του παραπάνω ποσού ανέλαβε μια επταμελής διεθνής επιτροπή με πρόεδρο τον Ferdinand de Lesseps, κατασκευαστή της Διώρυγας του Σουέζ. Ιθύνων νους, ωστόσο, ήταν ο Sir Evelyn Baring, γόνος μεγάλης οικογένειας λονδρέζων τραπεζιτών. Η θητεία του στους κόλπους της διεθνούς επιτροπής κρίθηκε μάλιστα τόσο επιτυχής, ώστε από το 1883 έως το 1907, ως λόρδος Cromer πλέον, διετέλεσε ουσιαστικός κυβερνήτης της Αιγύπτου, φέροντας το σεμνό τίτλο του προξένου. Θεωρείται, έως τις μέρες μας,  υπόδειγμα λειτουργού αποικιακής διοίκησης. Η όλη διαδικασία απόκτησε θεσμική κάλυψη τον Ιούλιο του 1880, με έκδοση Νόμου. Τα έσοδα των σιδηροδρόμων, των τηλεπικοινωνιών, των τελωνείων και οι φόροι των τεσσάρων σημαντικότερων επαρχιών της Αιγύπτου περνούσαν, επίσημα πλέον, στο Ταμείο Δημοσίου Χρέους.
Ahmed ‘Urabi (1841-1911
Ahmed ‘Urabi (1841-1911)
Αναγκασμένες να καλύψουν το έλλειμμα, οι αρχές της χώρας, κατόπιν εντολής του διεθνούς ελέγχου, προχώρησαν σε περικοπές μισθών, αύξηση φορολογίας και μαζικές απολύσεις. Οι μισοί από τους αξιωματικούς του αιγυπτιακού στρατού απολύθηκαν μέσα σε μια νύκτα, οι δε εναπομείναντες είδαν τους μισθούς τους να περικόπτονται δραστικά. Τα κατώτερα στρώματα, τα οποία ούτως ή άλλως δεν φημίζονταν για το ψηλό επίπεδο ζωής, περιήλθαν σε απόγνωση. Μοιραία, η όλη κατάσταση οδήγησε στη δημιουργία εθνικιστικής κίνησης, με στόχο την αποτίναξη του διεθνούς ελέγχου. Πρόκειται για μια κίνηση, κράμα εθνικισμού, θρησκευτικού φανατισμού και ξενοφοβίας, που συσπείρωσε όλους όσους είχαν πληγεί από το καθεστώς της συγκυριαρχίας: απολυθέντες αξιωματικούς, δημοσίους υπαλλήλους, το εισόδημα των οποίων είχε δραματικά συρρικνωθεί, ακόμα και άτομα του στενού περιβάλλοντος του Χεδίβη. Ο τελευταίος υποστήριξε διακριτικά το εθνικιστικό κόμμα, που ιδρύθηκε το 1879 και είδε την επιρροή του να εξαπλώνεται ταχύτατα σε ολόκληρη την επικράτεια χάρη στο σύνθημα “Η Αίγυπτος στους Αιγύπτιους”. Η αντίδραση της Γαλλίας και της Μεγ. Βρετανίας υπήρξε ακαριαία. Διαισθανόμενες την προσχώρηση του Ισμαήλ,δεν δίστασαν να τον καθαιρέσουν από το αξίωμα του Χεδίβη και να τον αντικαταστήσουν από το γιο του, Tewfik, που θεωρείτο χειραγωγήσιμος. Πυρήνας και ταυτόχρονα αιχμή του δόρατος του εθνικιστικού κόμματος ήταν οι μεσαίοι και κατώτεροι αξιωματικοί με κύριο  εκφραστή τον συνταγματάρχη Ahmed ‘Urabi , γιο φελάχου, ο οποίος είχε στραφεί προς τη στρατιωτική σταδιοδρομία. Το άτομο κάθε άλλο παρά θα μπορούσε να θεωρηθεί ως εμβληματικό. Ακαλλιέργητος, μετρίου βεληνεκούς αξιωματικός, στερούμενος παντελώς πολιτικού αισθητηρίου, ο ‘Urabi αποδείχθηκε, ωστόσο, αποτελεσματικός δημαγωγός, ικανός να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει τα πλήθη. Με την είσοδο του 1881, οι αρχές της Αιγύπτου προχώρησαν στην σύλληψη του  ‘Urabi, τον οποίο, ωστόσο, απελευθέρωσαν αμέσως οι οπαδοί του. Καθώς, μάλιστα, το καθεστώς της συγκυριαρχίας είχε επιτρέψει σε αλλοδαπούς αξιωματούχους να διεισδύσουν  εντός του κρατικού μηχανισμού και της ίδιας της κυβέρνησης, ο ‘Urabi αξίωσε την απομάκρυσή τους και τη διακοπή του διεθνούς ελέγχου. Τον Σεπτέμβριο, ακολούθησαν νέες εξελίξεις, καθώς το ανάκτορο του Χεδίβη πολιορκήθηκε από εξεγερθέντες αξιωματικούς και πλήθος κόσμου, που επέβαλαν τη συμμετοχή στο κοινοβούλιο οπαδών των εθνικιστών.Τον Ιανουάριο του 1882, η κυβέρνηση εξαναγκάστηκε σε παραίτηση. Τη διαδέχθηκε μια νέα, επαναστατική, με υπουργό Στρατιωτικών τον ίδιο τον ‘Urabi. Έχοντας σφυρηλατήσει την προπαγάνδα του γύρω από τον αραβικό εθνικισμό και το μίσος εναντίον των ξένων,ο τελευταίος οργάνωσε και προκάλεσε ταραχές στο σύνολο της επικράτειας. Αποκορύφωμα υπήρξαν, τον Ιούνιο του 1882, τα έκτροπα της Αλεξάνδρειας, κατά τη διάρκεια των οποίων έχασαν τη ζωή τους περί τα εξήντα άτομα, οι περισσότεροι Έλληνες (ως γνωστό η ελληνική παροικία ήταν η πολυπληθέστερη της Αιγύπτου).  Η κατάσταση είχε τεθεί, πλέον, εκτός ελέγχου, καθώς η νέα κυβέρνηση της Αιγύπτου έδειχνε αποφασισμένη να προχωρήσει στην κατάργηση  του καθεστώτος της γαλλο-βρετανικής οικονομικής συγκυριαρχίας. Ήταν εύλογο πως η επόμενη κίνηση ανήκε στις κυβερνήσεις του Παρισιού και του Λονδίνου.

Γ. Η ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΑΙΓΥΠΤΟΥ

 Οι Μεγάλες Δυνάμεις (άμεσα ενδιαφερόμενες και μη) παρακολουθούσαν εκ του σύνεγγυς τα τεκταινόμενα στην Αίγυπτο. Οι πρώτες, κινδύνευαν να δουν να καταρρέει το καθεστώς της οικονομικής συγκυριαρχίας, αλλά και ο έλεγχος, που ασκούσαν επάνω στη λειτουργία της Διώρυγας. Για τις δεύτερες, το μείζον διακύβευμα ήταν η ασφάλεια των ξένων παροικιών. Αρχικά,  αντιμετωπίστηκε το ενδεχόμενο παρέμβασης της Υψηλής Πύλης, καθώς η Αίγυπτος εξακολουθούσε να τελεί υπό την υψηλή επικυριαρχία του σουλτάνου της Κωνσταντινούπολης. Ωστόσο, ο Αμπντούλ Χαμίτ ο Β΄ δεν έδειξε να συγκινείται από μια προοπτική του είδους αυτού. Αφενός η Αίγυπτος είχε προ πολλού ξεφύγει από τον έλεγχό του (η διατήρηση της υψηλής επικυριαρχίας διέθετε χαρακτήρα τυπικό και μόνο). Αφετέρου, η Οθωμανική Αυτοκρατορία μόλις είχε εξέλθει από την ένοπλη αναμέτρησή της με τη Ρωσία, μετρούσε πληγές και δεν είχε πρόθεση να εμπλακεί σε μια υπόθεση, η οποία δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ των άμεσων προτεραιοτήτων της. Κατόπιν τούτου, δεν απέμενε παρά η προσφυγή σε περισσότερο δραστικές μεθόδους, με την ελπίδα, ωστόσο, πως δεν θα γινόταν χρήση της στρατιωτικής ισχύος. Στις 20 Μαΐου 1882, κατέπλευσε στην Αλεξάνδρεια ένας μεικτός αγγλο-γαλλικός στόλος, υπό τη διοίκηση, αντίστοιχα, των ναυάρχων Seymour και Conrad. Τα έκτροπα της 11ης και 12ης Ιουνίου, σε συνδυασμό με την υπολογίσιμη διεθνή ναυτική παρουσία, έμελλαν, τελικά, να λειτουργήσουν ως έναυσμα για την κλιμάκωση της έντασης. Μόλις ολοκληρώθηκε η δια θαλάσσης εκκένωση των ξένων παροικιών, ο Βρετανός ναύαρχος απηύθυνε τελεσίγραφο προς τον ‘Urabi, απαιτώντας τη διακοπή των εργασιών οχύρωσης της πόλης. Με την εκπνοή του τελεσιγράφου στις 11 Ιουλίου, διέταξε τον βομβαρδισμό των παράκτιων οχυρών. Με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, επρόκειτο για προσωπική πρωτοβουλία, δίχως να έχει προηγηθεί αποστολή οδηγιών από το Λονδίνο. Φημολογείται πως με την ενέργεια αυτή, ο Seymour θέλησε να παρασύρει την κυβέρνηση Gladstone, λιγότερο επιρρεπή από ό,τι η προκάτοχός της μπροστά στο ενδεχόμενο εμπλοκής σε περιπέτειες αποικιακής φύσεως, σε μια στιγμή, μάλιστα, που οι Γάλλοι είχαν καταστήσει σαφή την πρόθεσή τους να μη συμμετάσχουν σε έναν πιθανό βομβαρδισμό της πόλης.
Ο βομβαρδισμός της Αλεξάνδρειας από τον βρετανικό στόλο
Ο βομβαρδισμός της Αλεξάνδρειας από τον βρετανικό στόλο

 Ο βομβαρδισμός της Αλεξάνδρειας ξεκίνησε το πρωΐ της 11ης Ιουλίου 1882 και διήρκεσε έως το  απόγευμα της 13ης, οπότε στα περισσότερα οχυρά υψώθηκε λευκή σημαία. Αρκετές βολές, ωστόσο, έπληξαν και τις παραθαλάσσιες συνοικίες, όπου μέχρι πρότινος κατοικούσαν οι Ευρωπαίοι υπήκοοι, προκαλώντας εκτεταμένες υλικές ζημιές. Τις καταστροφές από το βομβαρδισμό ολοκλήρωσε πυρκαγιά, η οποία αφέθηκε να σβήσει μόνη της δυο μέρες αργότερα, καθώς ο Seymour απέφυγε σχολαστικά να αποβιβάσει αγήματα εξαιτίας της χαώδους κατάστασης που επικρατούσε και του κινδύνου που συνέτρεχε, συνακόλουθα, για την ασφάλεια των τελευταίων. Χρειάστηκε να περάσει ένας ολόκληρος μήνας, έως ότου οι Βρετανοί καταφέρουν να θέσουν την πόλη υπό πλήρη έλεγχο. Ταυτόχρονα, προετοιμάζονταν για το δεύτερο στάδιο των επιχειρήσεων, το οποίο προγραμματιζόταν να διαδραματισθεί, τη φορά αυτή, στην ξηρά.
Για το σκοπό αυτό είχαν συγκεντρωθεί στη Μάλτα, στην Κύπρο και στο Άντεν στρατεύματα προερχόμενα από το Μητροπολιτικό έδαφος και από την Ινδία. Η διοίκηση του εκστρατευτικού σώματος  (31.000 άνδρες συνολικά, με υποστήριξη πυροβολικού και ιππικού) ανατέθηκε στον υποστράτηγο Sir Garnet Wolseley. Χρησιμοποιώντας την Αλεξάνδρεια ως ορμητήριο, ο τελευταίος σχεδίαζε προέλαση μέχρι το Κάϊρο. Αντικειμενικός στόχος ήταν η καταστολή της αιγυπτιακής επανάστασης και η αποκατάσταση στην εξουσία του φερέφωνου των Βρετανών, Χεδίβη Tewfik,  ο οποίος είχε διαφύγει στην Αλεξάνδρεια, προκειμένου να βρίσκεται πλησίον του στόλου. Η ανάπτυξη του εκστρατευτικού σώματος θα λάμβανε χώρα κατά μήκος του σιδηροδρομικού άξονα, που συνέδεε μεταξύ τους τις δυο πόλεις. Με την άφιξη του ενός τρίτου, περίπου, των αναμενόμενων μονάδων, ξεκίνησε η πορεία προς την ενδοχώρα.  Στις 5 Αυγούστου, σημειώθηκε επαφή με τις δυνάμεις του ‘Urabi στη θέση Kafr El Dawwar, νοτίως της Αλεξάνδρειας.
Η ανάπτυξη των Βρετανών κατά μήκος του σιδηροδρομικού άξονα Αλεξάνδρειας – Καΐρου
Η ανάπτυξη των Βρετανών κατά μήκος του σιδηροδρομικού άξονα Αλεξάνδρειας – Καΐρου

Ο αιγυπτιακός στρατός είχε προχωρήσει στην οχύρωση της θέσης με την κατασκευή χαρακωμάτων και την τοποθέτηση παράλληλων σειρών από συρματόπλεγμα. Παρά τις ανεπαίσθητες απώλειες (4 νεκροί και καμιά τριανταριά τραυματίες), η μάχη της Kafr El Dawwar – περί αναγνωριστικής επιχείρησης πρόκειται περισσότερο – έπεισε τους Βρετανούς να αναθεωρήσουν τον αρχικό σχεδιασμό. Ο Wolseley, ο οποίος έφθασε στην Αλεξάνδρεια δέκα μέρες αργότερα, έκρινε σκόπιμο να μεταφέρει τις επιχειρήσεις στη ζώνη της Διώρυγας. Εκεί, άλλωστε, διακυβεύονταν τα μεγάλα στρατηγικά συμφέροντα. Το εκστρατευτικό σώμα επιβιβάστηκε εκ νέου στα πλοία του στόλου, τα οποία απέπλευσαν προς άγνωστη κατεύθυνση, ούτως ώστε να παραπλανηθεί ο ‘Urabi και να αποτολμήσει μια ανακατάληψη της Αλεξάνδρειας την ίδια στιγμή που οι Βρετανοί θα αποβίβαζαν τα στρατεύματά τους στο Πορτ-Σάϊντ. Το τέχνασμα απέτυχε, καθώς οι Αιγύπτιοι γνώριζαν πως η μοναδική διαδρομή προς το Κάϊρο, που παρέμενε ακόμη ανοικτή, ήταν εκείνη κατά μήκος της Διώρυγας. Τότε επιστρατεύθηκε ο Ferdinand de Lesseps, ο οποίος, αν και εν γνώσει του επιχειρησιακού σχεδίου του Wolseley, διαβεβαίωσε, ψευδόμενος, τον ‘Urabi πως οι Βρετανοί θα απέφευγαν να εντάξουν τη Διώρυγα στη ζώνη των πολεμικών επιχειρήσεων, προκειμένου να μη καταφερθούν ζημιές σε ένα έργο υψίστης σημασίας. Σκοπός ήταν να αποφευχθεί ο αποκλεισμός της Διώρυγας, ενέργεια, την οποία ο αρχηγός της αιγυπτιακής επανάστασης απειλούσε να μετατρέψει σε πράξη. Τη φορά αυτή το τέχνασμα πέτυχε και στην ουσία, ο ‘Urabi επέτρεψε, άθελά του, στους Βρετανούς να αποβιβάσουν ανενόχλητοι τα στρατεύματά τους και να αναπτυχθούν μέχρι την Ισμαηλία. Από εκεί, αφήνοντας πίσω τους τη Διώρυγα, κατευθύνθηκαν προς δυσμάς, με προορισμό το Κάϊρο. 
O‘Urabi είχε οργανώσει την άμυνα της πρωτεύουσας κατά μήκος της τεχνητής διώρυγας, η οποία συνέδεε το Κάϊρο με την Ισμαηλία, ακριβώς επάνω στη διαδρομή, που είχαν επιλέξει οι Βρετανοί. Κέντρο βάρους του όλου συστήματος άμυνας ήταν η κωμόπολη του Tel El Kebir, όπου ήλπιζε να παρασύρει τους αντιπάλους του σε μια και μοναδική μάχη, η οποία και θα έκρινε την τελική έκβαση των επιχειρήσεων. Είχε κατασκευάσει χαρακώματα, τοποθετήσει περιφράξεις από συρματόπλεγμα και διέθετε ισχύ πυρός (60 πυροβόλα), ικανή να ανακόψει τη βρετανική προέλαση. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1882 τα ξημερώματα, ωστόσο, πιάστηκε κυριολεκτικά εξαπίνης, καθώς ο Wolseley, εκμεταλλευόμενος το σκοτάδι της προηγούμενης νύκτας, είχε καταφέρει να προωθήσει τις δυνάμεις του πολύ κοντά στις αιγυπτιακές προφυλακές δίχως να γίνει αντιληπτός. Η μάχη του Tel El Kebir δεν ξεπέρασε σε διάρκεια τα είκοσι λεπτά της ώρας, η δε επικράτηση των Βρετανών κατά κράτος οφείλεται εξολοκλήρου στην αξιοποίηση του στοιχείου του αιφνιδιασμού. Άλλωστε, οι εκατέρωθεν απώλειες το αποδεικνύουν: 2000 νεκροί έναντι 57 μόνο!
Η μάχη του Tel El Kebir και η είσοδος των Βρετανών στο Κάϊρο
Η μάχη του Tel El Kebir και η είσοδος των Βρετανών στο Κάϊρο
Πρόκειται περισσότερο για ομαδική σφαγή παρά για πραγματική μάχη. Καθώς, μάλιστα, ο στρατιωτικός σχεδιασμός από αιγυπτιακής πλευράς είχε σφυρηλατηθεί με γνώμονα τη μια και μοναδική αποφασιστική σύγκρουση, ο δρόμος για το Κάϊρο ήταν πλέον ανοικτός. Την επομένη, ο ‘Urabi συνθηκολόγησε, οι δε Βρετανοί έθεσαν υπό έλεγχο την πρωτεύουσα. Η αποκατάσταση του Tewfik στην εξουσία έλαβε χώρα, με μεγάλη επισημότητα, στις 24 Σεπτεμβρίου. Ο ‘Urabi εξορίστηκε στις Σεϋχέλλες. Όταν επέστρεψε στη γενέτειρά του, είκοσι χρόνια αργότερα, οι πάντες τον είχαν ξεχάσει.

Δ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η στρατιωτική κατάληψη δεν έθεσε τέλος, όπως θα ανέμενε κανείς, στο Ζήτημα της Αιγύπτου. Η κυβέρνηση Gladstone είχε συνηγορήσει υπέρ της στρατιωτικής παρέμβασης πιεζόμενη από την κοινή γνώμη και τους οπαδούς της αποικιακής πολιτικής. Στόχος της, τώρα, ήταν η ταχύτερη δυνατή απεμπλοκή, μεριμνώντας, βεβαίως, για για τη διασφάλιση των βρετανικών συμφερόντων στην περιοχή. Η εξέγερση των Δερβίσηδων στο αιγυπτιακό, τότε, Σουδάν και η σφαγή της φρουράς του Χαρτούμ υπό τον στρατηγό Charles Gordon το 1885, τρία μόλις έτη έπειτα
από τη θέση της Αιγύπτου υπό έλεγχο, άλλαξε τη ροή των πραγμάτων, προσδίδοντας στη βρετανική στρατιωτική παρουσία μια περισσότερο μακροπρόθεσμη προοπτική. Σε μια παρουσία αυτού του είδους προσέβλεπε και ο λόρδος Cromer, ο οποίος, από το 1883 έως το 1907 υπήρξε ο ουσιαστικός κυβερνήτης της Αιγύπτου. Η τελευταία είχε μεταβληθεί σε ένα de facto βρετανικό προτεκτοράτο, καθώς, από θεσμικής απόψεως, δεν υπήρξε διαφορά σε σχέση με το νομικό καθεστώς, το οποίο ίσχυε πριν από την κρίση (διατηρήθηκαν τόσο το αξίωμα του Χεδίβη όσο και η υψηλή επικυριαρχία του Σουλτάνου). Σε μια πρώτη φάση, ανέκυψαν προβλήματα στις διμερείς σχέσεις με τη Γαλλία. Κρίνοντας τις εξελίξεις εκ των υστέρων, η τελευταία διαπίστωσε το μέγα λάθος που είχε διαπράξει, αφήνοντας τους Βρετανούς να παρέμβουν μόνοι. Επί ένα ολόκληρο τέταρτο του αιώνα, η κυβέρνηση του Παρισιού δημιουργούσε προσκόμματα, με την ελπίδα να θέσει επί τάπητος την υπόθεση της Αιγύπτου κάτω από όρους, που θα της επέτρεπαν να εκφέρει λόγο. Αρχικά, το έπραξε, αξιοποιώντας την εκπροσώπηση που η Γαλλία διέθετε σε δυο σημαντικούς τομείς: την Εταιρεία της Διώρυγας και το Αιγυπτιακό Δημόσιο Χρέος. Αργότερα, η κατάσταση εκτραχύνθηκε με την ανάληψη αψυχολόγητων πρωτοβουλιών αποικιακού τυχοδιωκτισμού, μια από τις οποίες (το επεισόδιο της Fashoda στο νότιο Σουδάν το 1898), έφερε τις δυο χώρες στο κατώφλι της ένοπλης αντιπαράθεσης. Η κατάσταση εξομαλύνθηκε το 1904, με την υπογραφή του Συμφώνου της Εγκάρδιας Συνεννόησης ανάμεσα στις δυο χώρες, οπότε η Γαλλία αναγνώρισε επίσημα τη βρετανική πρωτοκαθεδρία στην Αίγυπτο, έναντι της αναγνώρισης των δικών της δικαιωμάτων στο Μαρόκο.
Οι Βρετανοί στην Αίγυπτο
 Με την έξοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, το φθινόπωρο του 1914, καταργήθηκαν η υψηλή επικυριαρχία του Σουλτάνου, αλλά και το αξίωμα του Χεδίβη. Η Μεγ. Βρετανία επέβαλε προτεκτοράτο, μια πρωτοβουλία με σημαντικές παρενέργειες μετά το πέρας του πολέμου, εξαιτίας του ερεθισμού της αιγυπτιακής κοινής γνώμης. Το 1922, η κυβέρνηση του Λονδίνου αναγνώρισε την ανεξαρτησία του Βασιλείου της Αιγύπτου, διατηρώντας το δικαίωμα στάθμευσης στρατιωτικών δυνάμεων στη ζώνη της Διώρυγας. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, η βρετανική στρατιωτική παρουσία ενισχύθηκε σημαντικά, καθώς η Αίγυπτος διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στις εν γένει εξελίξεις στο θέατρο επιχειρήσεων της Μέσης Ανατολής και της βορείου Αφρικής. Έπειτα από το πέρας του πολέμου, και παρά το γεγονός ότι η Μεγ. Βρετανία, αν και μεταξύ των νικητών, είχε πληγεί βαρύτατα από τη διεξαγωγή του τελευταίου, διατήρησε τη στρατιωτική της παρουσία επιτόπου. Αριθμώντας 80.000 άνδρες, η βάση του Σουέζ, εθεωρείτο από τις ισχυρότερες στον κόσμο κατά την πρώτη φάση του Ψυχρού πολέμου.  Ωστόσο, η μεταπολεμική πραγματικότητα (ίδρυση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αρχή της Αυτοδιάθεσης των Λαών) από τα τέλη της δεκαετίας του ΄40 είχε δρομολογήσει σε παγκόσμια κλίμακα τη διαδικασία της αποαποικιοποίησης. Κράτη όπως η Γαλλία και η Μεγ. Βρετανία, αναγκάστηκαν να διαχειριστούν ζητήματα αυτού του είδους στην Ασία, την Αφρική, τη Μέση και την Άπω Ανατολή. Το φαινόμενο δημιουργίας ανεξάρτητων κρατών στη θέση των μέχρι τότε αποικιών εξαπλώθηκε ως πετρελαιοκηλίδα. Για μια ακόμη φορά, η ένταση στον τομέα των αγγλο-αιγυπτιακών σχέσεων αυξήθηκε κατακόρυφα. Το 1951, η κυβέρνηση του Καΐρου κατήγγειλε μονομερώς, προτού αυτό εκπνεύσει, το διμερές σύμφωνο του 1936, που εκχωρούσε στους Βρετανούς το δικαίωμα χρήσης της στρατιωτικής βάσης του Σουέζ για τα επόμενα 20 χρόνια. Οι τελευταίοι αρνήθηκαν να συμμορφωθούν, με αποτέλεσμα η ένταση να κλιμακωθεί επικίνδυνα. Τον Ιούλιο του 1952, ένα στρατιωτικό πραξικόπημα ανέτρεψε τον βασιλέα Farouk . Εμβληματική μορφή του νέου καθεστώτος ήταν ο συνταγματάρχης Gamal Abdel Nasser, ένας ‘Urabi του 20ού αιώνα ασύγκριτα πιο ικανός και χαρισματικός.  
Η εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ. Ο Gamal Abdel Nasser υψώνει την αιγυπτιακή σημαία στο Πορτ-Σάϊντ
Η εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ. Ο Gamal Abdel Nasser υψώνει την αιγυπτιακή σημαία στο Πορτ-Σάϊντ
Στις 18 Ιουνίου 1953 καταργήθηκε και επισήμως η μοναρχία. Πρώτος πρόεδρος της Δημοκρατίας της Αιγύπτου ανέλαβε ο εκ των πρωταγωνιστών του πραξικοπήματος του προηγουμένου έτους Muhammad Naguib. Για λόγους εσωτερικών ισορροπιών, οι σχέσεις μεταξύ των δυο ανδρών επιδεινώθηκαν ταχύτατα, με αποτέλεσμα ο Naguib να αναγκαστεί να παραιτηθεί από την προεδρία. Με το δημοψήφισμα της 23 Ιουνίου 1956, ο αιγυπτιακός λαός ενέκρινε ταυτόχρονα ένα νέο σύνταγμα,  το οποίο έκανε λόγο για μονοκομματική εξουσία, καθώς και την ανάληψη της προεδρίας της Δημοκρατίας από τον ίδιο τον Nasser. Πρώτη ενέργεια του νέου προέδρου, λίγες μέρες αργότερα, υπήρξε η εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ. Οι Μεγάλες Δυνάμεις (Βρετανία και Γαλλία με τη συνδρομή του Ισραήλ) απάντησαν τον επόμενο Οκτώβριο με μια στρατιωτική επιχείρηση στη ζώνη της Διώρυγας (κωδικός Operation Musketeer), που κατέληξε μέσα σε εννέα, μόλις, ημέρες σε ένα πρωτοφανές φιάσκο για τους εισβολείς, τοποθετώντας, αμετάκλητα πλέον, την ταφόπλακα επάνω στην πάλαι ποτέ κραταιά Βρετανική Αυτοκρατορία.

Οκτώβριος1956. Οι Αιγύπτιοι έχουν φράξει την είσοδο της Διώρυγας στο ύψος του Πορτ Σάϊντ
Οκτώβριος 1956. Οι Αιγύπτιοι έχουν φράξει την είσοδο της Διώρυγας στο ύψος του Πορτ Σάϊντ

    

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Abbott, B. H.: Gladstone and Disraeli, London,1972
Ferguson N.: The World’s Banker: The history of the House of Rothschild, (2 vols.), London  1998
Ganiage J.: L’ expansion coloniale de la France sous la troisième République (1871-1914), Paris, 1968
Koshanski H.: Sir Garnet Wolseley: Victorian Hero, London,1999
Robinson, R., Gallagher, J.: Africa and the Victorians: The Official Mind of Imperialism, London, 1966
Saul S.: La France et l’Egypte de 1882 à 1914. Intérêts économiques et implications politiques ,Paris, 1997
Wesseling H.: Les Empires coloniaux européens (1815-1919), Paris, 2009
3fda39_362738e136294a1a8eaed75f6b35dd0a-mv2
Ο Γιάννης Μουρέλος είναι καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ.

πηγή:http://www.clioturbata.com/
Δημοσίευση σχολίου